πρότιμος

-ον, Α
1. αυτός που τιμάται περισσότερο από κάποιον άλλο ή ο άξιος περισσότερης τιμής («οὐδὲ μὲν εἰ ταχυτῆτι ποδῶν, τόπερ ἔστι πρότιμον ῥώμης ὅσσ' ἀνδρῶν ἔργ' ἐν ἀγῶνι πέλει», Ξεν.)
2. (για λίθους) πολύτιμος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ-* + -τιμος (< τιμή), πρβλ. έν-τιμος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προτιμότερ' — προτῑμότερα , πρότιμος most honoured neut nom/voc/acc comp pl προτῑμότερε , πρότιμος most honoured masc voc comp sg προτῑμότεραι , πρότιμος most honoured fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτιμότερον — προτῑμότερον , πρότιμος most honoured adverbial comp προτῑμότερον , πρότιμος most honoured masc acc comp sg προτῑμότερον , πρότιμος most honoured neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτιμοτέρα — προτῑμοτέρᾱ , πρότιμος most honoured fem nom/voc/acc comp dual προτῑμοτέρᾱ , πρότιμος most honoured fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτιμοτέραις — προτῑμοτέραις , πρότιμος most honoured fem dat comp pl προτῑμοτέρᾱͅς , πρότιμος most honoured fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτιμοτέρας — προτῑμοτέρᾱς , πρότιμος most honoured fem acc comp pl προτῑμοτέρᾱς , πρότιμος most honoured fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτιμοτέρω — προτῑμοτέρω , πρότιμος most honoured masc/neut nom/voc/acc comp dual προτῑμοτέρω , πρότιμος most honoured masc/neut gen comp sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτιμοτέρων — προτῑμοτέρων , πρότιμος most honoured fem gen comp pl προτῑμοτέρων , πρότιμος most honoured masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτιμότατον — προτῑμότατον , πρότιμος most honoured masc acc superl sg προτῑμότατον , πρότιμος most honoured neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρότιμον — πρότῑμον , πρότιμος most honoured masc/fem acc sg πρότῑμον , πρότιμος most honoured neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτιμία — ἡ, Α [πρότιμος] προτίμηση ή εξαιρετική τιμή στην απονομή τιμητικής εκδήλωσης («εἰς τὸ θεῑον προτιμία», επιγρ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.